για επικοινωνία: aristerastikarditsa@gmail.com

για επικοινωνία: aristerastikarditsa@gmail.com

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

σαν σήμερα, 26 Μάρτη 2007: πεθαίνει ο Μπάμπης Μπακάλης, από τους κυριότερους εκπρόσωπους του μετεμφυλιακού τραγουδιού


Σαν σήμερα, 26 Μάρτη του 2007, πεθαίνει ο Καρδιτσιώτης μουσικοσυνθέτης Μπάμπης (Λάμπρος) Μπακάλης. Αν και σε μερικά τραγούδια του υπέγραφε σαν Τρικαλινός, ο Μπ.Μπακάλης γεννήθηκε στο χωριό Κανάλια Καρδίτσας στις 20 Ιούνη του 1920. Θεωρείται, μαζί με τους Θ.Δερβενιώτη, Β.Τσιτσάνη, Απ.Καλδάρα κ.α., ένας από τους κυριότερους εκπρόσωπους του μετεμφυλιακού λαϊκού τραγουδιού. Έγραψε εκατοντάδες τραγούδια, πάνω από 1500, με τα κυριότερα  από αυτά να κατατάσσονται ως αριστερά. Η θεματολογία των τραγουδιών του, τα ερεθίσματά του, όπως ο ίδιος τα περιγράφει, ήταν «η μπότα των Γερμανών, ο εμφύλιος, οι φυλακές, οι εξορίες, η μετανάστευση, η ανεργία… παντού πόνος… αλλά είχαμε και μια ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο… Αυτόν τον πόνο και την ελπίδα πήραμε και γράψαμε τα μεγάλα μας τραγούδια…».[1]

Μετά τα Δεκεμβριανά και τη Μάχη της Αθήνας συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην Βόρειο Αφρική μαζί με άλλους 7.672 Έλληνες κάθε ηλικίας που μεταφέρονται μυστικά από τους Εγγλέζους  με πέντε καραβιές μεταξύ 18/12/1944 και 4/1/1945, στην έρημο Ελ Ντάμπα, 180 χλμ μακριά από την Αλεξάνδρεια[2].
Στη δισκογραφία πρωτοεμφανίστηκε το 1947 με το συγκλονιστικό τραγούδι "Κάποια μάνα αναστενάζει", που κυκλοφόρησε αρχικά μόνο με το όνομα του Τσιτσάνη. Η πατρότητα αυτού του τραγουδιού στάθηκε αφορμή για πολύχρονες δικαστικές διαμάχες μεταξύ Τσιτσάνη και Μπακάλη,  μέχρι το 1964, οπότε ο Τσιτσάνης αναγνωρίζει σαν συνδημιουργό του τραγουδιού τον Μπ.Μπακάλη. 
 Ο Τάσος Βουρνάς, στο άρθρο του “Το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι” που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 1961 στην “Επιθεώρηση Τέχνης”, μεταξύ άλλων αναφέρει: «Το τραγούδι “Κάποια μάνα αναστενάζει” κατέκτησε με τέτοια αστραπιαία ταχύτητα τις εργαζόμενες μάζες, λόγω του αντιπολεμικού του μηνύματος, ώστε έφτασε σε μια στιγμή να αποτελεί το συνδετικό κρίκο εθνικής επαφής ανάμεσα σ’ ένα λαό που βρισκόταν στη σκληρή δίνη του εμφυλίου πολέμου. Στρατιώτες και αντάρτες το τραγουδούσαν στα πεδία συγκρούσεων και μέσα στο κλίμα μιας εμφύλιας σύρραξης, –που από τη φύση της, όπως λέει ο Λένιν, είναι χίλιες φορές πιο σκληρή από έναν πόλεμο ανάμεσα σε δυο κράτη–, έφερνε μια ημεράδα και μια γλύκα πρωτοφανέρωτη στις ψυχές των αντιπάλων. Αποτέλεσμα: η τότε κυβέρνηση το απαγόρεψε»[3]
Ο Β. Τσιτσάνης, σε γραπτή του συνέντευξη στον Στάθη Γκώντλετ, μεταξύ άλλων λέει: «Επί ανταρτοπολέμου μου κόψανε το “Κάποια μάνα αναστενάζει”. Το τραγούδι αυτό είχε κυκλοφορήσει σε δίσκους, δεν έφταιγε σε τίποτα, όμως είχε παραποιηθεί ο τρίτος στίχος, και οι μεν λέγανε “να γυρίσει ο λεβέντης απ’ τη μαύρη Ικαριά” (σ.σ.: τόπος εξορίας κομμουνιστών) , οι δε “απ’ το τάγμα του Κρανιά” (σ.σ.: ο «κομμουνιστοφάγος» αντισυνταγματάρχης του κυβερνητικού στρατού;)[4] , αντί του πραγματικού “απ’ τη μαύρη ξενιτιά”». 
Η «μαύρη ξενιτιά» είναι η αλληγορία-κλειδί του τραγουδιού, που εδώ σημαίνει τον τόπο της μάχης, της φυλακής, της εξορίας, και λίγο αργότερα (από τον Αύγουστο του 1949, με την  ήττα του ΔΣΕ), της πολιτικής προσφυγιάς των ανταρτών στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. 
Υπάρχει και τέταρτη στροφή του τραγουδιού, που δεν ηχογραφήθηκε ποτέ και είναι:
Πίκρες, πόνοι τηνε δέρνουν
κι είναι πάντα σκεφτικιά,
Βασανίζεται η δόλια,
μα το γιό της δεν ξεχνά.
Οι κρατούμενοι της Μακρονήσου τραγουδούσαν την τρίτη στροφή ως εξής: Με υπομονή προσμένει και λαχτάρα στη ψυχή, Ο λεβέντης να γυρίσει απ’ τη μαύρη φυλακή. Ενώ, οι εξόριστοι στην Ικαρία άλλαζαν τη λέξη “ξενιτιά” με τη λέξη “Ικαριά”, όπως επισημαίνει παραπάνω και ο ίδιος ο Β. Τσιτσάνης.[5]
Μάλιστα, στη Μακρόνησο οι Αλφαμίτες (Αστυνομία Μονάδος) διέλυαν βίαια τις παρέες των εξόριστων φαντάρων, που τραγουδούσαν αυτό το τραγούδι.[6]
Σύμφωνα με το Νίκο Μάργαρη, το «Κάποια μάνα αναστενάζει» είχε γίνει ο ύμνος των εξόριστων. Παρά τις απαγορεύσεις, τραγουδήθηκε από τους αριστερούς στις φυλακές και τις εξορίες όσο κανένα άλλο ρεμπέτικο.
Έτσι, το τραγούδι αυτό, κατόρθωσε αρχικά  να ξεγελάσει τη λογοκρισία, κυκλοφόρησε όμως νόμιμα μόλις για ένα μήνα (!), ώσπου στις 6 Δεκέμβρη του 1947, με εντολή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πειραιά, απαγορεύεται ρητά η εκτέλεσή του, διότι, όπως λέει το κείμενο της αστυνομικής ανακοίνωσης, «έχει αλληγορικήν σημασίαν, εξ’ ου δύνανται να δημιουργηθούν αντεγκλήσεις, επεισόδια και διασάλευσις της τάξεως». Κατά πληροφορία του Κ. Χατζηδουλή, το τραγούδι λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του απαγορεύθηκε, με διαταγή του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, να παίζεται και να τραγουδιέται σε δημόσιους χώρους. Παρά την απαγόρευση, ο ένας μήνας ελεύθερης κυκλοφορίας ήταν αρκετός για να το μάθουν και να το τραγουδάνε παντού, στις γειτονιές, στις πόλεις και στα χωριά, στις φυλακές και στις εξορίες, ακόμη και στο Γράμμο.
Ο Παντελής Βούλγαρης στη ταινία του Ψυχή βαθιά βάζει να το τραγουδούν οι φαντάροι του κυβερνητικού στρατού σε μια ανάπαυλα των επιχειρήσεων κατά του ΔΣΕ ενώ ο Ρένος Αποστολίδης στο μυθιστόρημά του «Πυραμίδα 67»[7] γράφει:  «Πάνω στα υψώματα, απ’ τα μεγάφωνα των μονάδων, που ήταν στημένα για την προπαγάνδα κι απ’ τα χωνιά τ’ αντάρτικα, που ήταν για τη «διαφώτιση», τρία ολάκερα χρόνια, σαν τελείωναν τα διαταγμένα λόγια τους οι «επίτροποι» και οι «Α2», τραγουδούσαν οι άλλοι το ίδιο τραγούδι:
Κάποια μάνα αναστενάζει
μέρα νύχτα ανησυχεί…»
Εκτός από το «κάποια μάνα αναστενάζει» ο Μπακάλης έγραψε πολλά ακόμα τραγούδια με αναφορές στο μετεμφυλιακό κράτος:  Η φυλακισμένη (1949, Στ.Χασκίλ-Τ.Μπίνης-Στ.Περπινιάδης), Για στάσου χάρε (1949, στίχοι Κ.Βίρβου-Τ.Μπίνης-Σ.Καλφοπούλου), Μελλοθάνατος ο δόλιος (1952, Γ.Παπαδόπουλος-Ε.Μαρκοπούλου), Γεμάτος αγανάκτηση (1952), Σαν τον εξόριστο περνώ (1954-Σ.Μπάλλου), Ένας λεβέντης ξαγρυπνά (1954-στίχοι Κ.Βίρβου-Π.Γαβαλάς-Ρ.Κούρτη), Δεκαπέντε χρόνια τώρα (1955-1956, Στ.Σουγιουλτζής-Λ.Παπαδοπούλου), Συρματοπλέγματα βαριά (1956, στίχοι Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου- Γ.Λύδια-Μπ.Καζαντζόγλου), Η μάνα του λεβέντη (1957, Π.Πάνου-Στ.Καζαντζίδης),  κ.α.
Για τον Μελλοθάνατο, ο Μπ. Μπακάλης, αρκετά χρόνια αργότερα, το 1986, δηλώνει: “Ήμουνα στα Τρίκαλα και διάβασα στις εφημερίδες για ….κάποιον που εκτελέσανε. Ξέρεις εσύ, ποιον εννοώ. Δεν την άντεξα την αδικία και είπα: “Μελλοθάνατος ο δόλιος στο κρεβάτι ξαγρυπνώ, λιώνω, σβήνω σαν κεράκι και το Χάρο καρτερώ”. Αλλά, βέβαια, ο “Μελλοθάνατος” δεν έλιωνε, δεν έσβηνε. Αν δεν το ‘βαζα, όμως, αυτό δε θα πέρναγε (από τη λογοκρισία) και το τραγούδι». Σύμφωνα με τον στιχουργό Κώστα Βίρβο, στενό συνεργάτη του Μπακάλη, το τραγούδι αυτό γράφτηκε για τον Νίκο Μπελογιάννη (εκτελέστηκε 30 Μαρτίου 1952). Μια δήλωση του Μπάμπη Μπακάλη, ότι έγραψε το τραγούδι το 1953, δημιουργεί κάποιες αμφιβολίες για το αν ο μελλοθάνατος του τραγουδιού ήταν πράγματι ο Μπελογιάννης. Αν η χρονολογία αυτή (1953) είναι σωστή, τότε πιθανόν το τραγούδι να αναφερόταν στον Νίκο Πλουμπίδη, άλλο στέλεχος του ΚΚΕ και μέλος του Πολιτικού Γραφείου που εκτελέστηκε το 1953.[8]
Όσο για το «συρματοπλέγματα βαριά (ζώνουν τη δόλια μου καρδιά)» είναι ευθεία η συσχέτιση με τις φυλακές, τα κρατητήρια και τα νησιά εξορίας του μετεμφυλιακού κράτους της δεξιάς  που ήταν γεμάτα από κομμουνιστές.
Ο Μπακάλης έγραψε και δεκάδες άλλες επιτυχίες που τραγουδήθηκαν από το λαό, ακούγονταν κατά κόρον από τα τζουκ-μποξ της εποχής και ερμηνεύτηκαν από μεγάλα ονόματα:  Πρόδρομος Τσαουσάκης («Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς», κ.ά.), Τάκης Μπίνης («Το κουρασμένο βήμα σου», κ.ά.), Μαρίκα Νίνου («Τον άντρα της γυρεύει», κ.ά.), Στέλλα Χασκίλ («Μία κόρη στ' ακρογιάλι», κ.ά.), Στέλιος Καζαντζίδης («Σαν την καλαμιά στον κάμπο», «Μακάρι να πεθάνω», κ.ά.), Σωτηρία Μπέλλου («Καλύβα», «Γράμμα θα στείλω στο Θεό», «Σαν πεθάνω στο καράβι», κ.ά.), Γρηγόρης Μπιθικώτσης («Μάγκας θα πει φιλότιμο», «Ποτέ δεν είναι αργά», κ.ά.), Πάνος Γαβαλάς, Αντώνης Ρεπάνης, Μανώλης Αγγελόπουλος, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Γιώτα Λύδια, Δούκισσα, κ.α.
Δύο από τα τραγούδια του, Ο ανταρτόπληκτος (1949, Ντούο Χάρμα) και Ο τραυματίας (1949) στάθηκαν αφορμή να «κατηγορηθεί» ως δεξιός ή ακόμα και εθνικιστής. Πρόκειται εμφανώς για «συναλλαγματικές επιβίωσης» που υπέγραψε ο Μπακάλης προκειμένου να είναι μέσα στα μουσικά πράγματα και να επιβιώσει ως επαγγελματίας σε μια εποχή που κυριαρχούσαν οι απαγορεύσεις, η λογοκρισία και τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων.
Τα τραγούδια του Μπακάλη, όπως πάμπολλα από τα λαϊκά τραγούδια της εποχής, με τους υπαινιγμούς στο στίχο, με το θλιμμένο τέμπο, με τις βαριές ερμηνείες, είχαν σαφείς κοινωνικές προεκτάσεις χωρίς όμως να έχουν ορατές πολιτικές αναφορές. Αντανακλούσαν το όλο κλίμα της εποχής, μακριά όμως από μια χαζοχαρούμενη ωραιοποίηση που θα βόλευε το μετεμφυλιακό καθεστώς. Με αναφορές στα βάσανα και τους καημούς των λαϊκών στρωμάτων, αλλά με μια πεσιμιστική προσέγγιση. Αποτύπωναν την κοινωνική αδικία χωρίς όμως να είναι τραγούδια κοινωνικής διαμαρτυρίας, χωρίς να προβάλλουν την όποια κοινωνική διέξοδο. Σωστά χαρακτηρίστηκαν ως τραγούδια της ήττας, τραγούδια δηλαδή που αντανακλούσαν την ήττα του λαϊκού μας κινήματος μετά την εποποιία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΔΣΕ. Παρόλα αυτά αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν πολύ από το λαό μας. Για αυτό άλλωστε τραγουδιούνται και στις μέρες μας.

ΣΚ



[1] στην πρώτη του τηλεοπτική συνέντευξη στην ΕΤ1 στον επίσης Καρδιτσιώτη Θωμά Μπακαλάκο: https://vimore.org/watch/aqbOlq7UUqU/
[5] Σάκης Πάπιστας "ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ 1940 - 1949"
[6] Ριζοσπάστης 25/7/2010
[8] Σάκης Πάπιστας "ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ 1940 - 1949"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου